οὐρίζω


οὐρίζω
οὐρίζω, grenzen, angrenzen; trans., die Grenzen bestimmen, umgrenzen
--------------------------------
οὐρίζω, unter günstigen Wind bringen, gew. übertr. zu Glück verhelfen, in eine günstige Lage bringen, beglücken; von fern her Glück, d. i. Rache und Heil bringend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ουρίζω — (I) οὐρίζω (Α) ιων. τ. βλ. ορίζω. (II) (Α οὐρίζω) [ούρος (II)] πιθ. ταξιδεύω με ούριο άνεμο αρχ. 1. (σχετικά με λόγια και ευχές) μεταφέρω με ούριο άνεμο («τύχοιμ ἂν ἕκαθεν οὐρίσας ἔνθα σ ἔχουσιν εὐναί», Αισχύλ.) 2. οδηγώ κάτι με αίσιο τρόπο… …   Dictionary of Greek

  • οὐρίζω — ὁρίζω divide pres subj act 1st sg (ionic) ὁρίζω divide pres ind act 1st sg (ionic) οὐρίζω pres subj act 1st sg οὐρίζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζουζουνίζω — και ζουζουρίζω (για έντομα) παράγω τον γνωστό ήχο «ζζζ...», βουίζω, ζιζινίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. ζουζουνίζω < ζουζούνι ο τ. ζουζουρίζω < ζουζουνίζω κατά τα ρ. σε ουρίζω (πρβλ. νια ουρίζω, γουργ ουρίζω, κλαψ ουρίζω κ.τ.ό.)] …   Dictionary of Greek

  • μασουλίζω — και ματσουλίζω μασώ κάτι αργά, συνεχώς και για πολλή ώρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκορ. τ. τού μασ ώ με την κατάλ. ουλίζω / ουρίζω (πρβλ. βρέχω βραχ ουλίζω, αλέθω αλεθ ουρίζω), από όπου και ο μεταπλασμένος ενεστώτας μα σουλώ (πρβλ. σκορπίζω σκορπώ)] …   Dictionary of Greek

  • ραντουρίζω — και ραντουρώ, άω, Ν ραντίζω, πιτσιλίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ραντίζω κατά τα ρ. σε ουρίζω (πρβλ. κλαψ ουρίζω)] …   Dictionary of Greek

  • οὐρίζει — ὁρίζω divide pres ind mp 2nd sg (ionic) ὁρίζω divide pres ind act 3rd sg (ionic) οὐρίζω pres ind mp 2nd sg οὐρίζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίζουσι — ὁρίζω divide pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὁρίζω divide pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) οὐρίζω pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) οὐρίζω pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐρίσαι — ὁρίζω divide aor inf act (ionic) οὐρίσαῑ , ὁρίζω divide aor opt act 3rd sg (ionic) οὐρίζω aor inf act οὐρίσαῑ , οὐρίζω aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔρισαν — ὁρίζω divide aor ind act 3rd pl (ionic) ὁρίζω divide aor ind act 3rd pl (ionic) οὐρίζω aor ind act 3rd pl οὐρίζω aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔρισας — ὁρίζω divide aor ind act 2nd sg (ionic) ὁρίζω divide aor ind act 2nd sg (ionic) οὐρίζω aor ind act 2nd sg οὐρίζω aor ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔρισε — ὁρίζω divide aor ind act 3rd sg (ionic) ὁρίζω divide aor ind act 3rd sg (ionic) οὐρίζω aor ind act 3rd sg οὐρίζω aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.